Το χαρτί και το μελάνι τον καλό γαμπρό τον κάνει

Το χαρτί και το μελάνι τον καλό γαμπρό τον κάνει
  • Η νύφη ήταν είκοσι ετών. Μπουμπούκι κλειστό που βιάζονταν να το μαδήσουν. Ερχόταν με τη μαμά της για να ρυθμίζουν μαζί τα του γάμου, αλλά τελικώς τα ρύθμιζε μόνη. Η μαμά της. Έτσι γίνονται αυτά, τα ξέρω. Όσο μικρότερη η θυγατέρα, τόσο μεγαλύτερος ο ρόλος της μητρός, παρόλο που σπανίως ισχύει το αντίστροφο.

    Ευτυχώς να λες, που ήθελε συμμαζεμένο γάμο, συνετό και ήσυχο σαν την κορούλα της, χωρίς πολλές κορδέλες και θορύβους. Πρωτοφανές για τα δεδομένα μας. Για το μόνο που μας γάνωνε το κεφάλι εξ αρχής ήταν για το ύψος των περιστάσεων που θα ήταν δυσθεώρητο, και για τον κόσμο που θα ήταν «καθώς πρέπει» και έπρεπε και εμείς να φανούμε αντάξιοι. Ο γαμπρός ήταν, λέει, των γραμμάτων.

    -Των γραμμάτων είναι και ο ταχυδρόμος, ε Πάτερ;
    -Αγάπιε…
    -Των γραμμάτων είναι και ο τυπογράφος, των γραμμάτων και αυτός που φτιάχνει σταυρόλεξα…
    -Αγάπιε…
    -Των γραμμάτων και ο δάσκαλος. Ποιών γραμμάτων όμως είναι ο γαμπρός; Ιδού η απορία, και έχουμε και είκοσι τέσσερα γράμματα να διαλέξουμε, άντε βρες.
    -Αγάπιε, εσύ έχεις όρεξη για αστεϊσμούς και ειρωνείες, αλλά δεν θα σου την κάνω τη χάρη, γιατί είμαι με ξηροφαγία δυο μέρες και δεν έχω δυνάμεις.
    -Καλώς.
    -Καλώς θα ήταν επίσης να πας να καθαρίσεις. Η γυναίκα είπε πως περιμένουν πολύ «καθώς πρέπει» κόσμο και θα ‘ναι ντροπής να ρεζιλευτούμε.

    Πήγα. Καθάρισα. Μου ξεκόλλησε ο ώμος από το τρίψε – τρίψε τις εικόνες με κολόνια λεμόνι για να φύγουνε τα κοκκινάδια. Άμα θέλουν ν’ ασπάζονται με τέτοιο πάθος τους Αγίους, να έχουν χαρτομάντιλο στην τσάντα και να βγάζουν τα κραγιόνια τους πριν, δεν είναι δύσκολο. Αλλά ουδείς συμμερίζεται το δόλιο νεωκόρο.

    Συνάχθηκε ο κόσμος στην ώρα του. Αλλιώς θα μου πεις, τι «καθώς πρέπει» θα ήταν. Καμιά ογδονταριά νοματαίοι. Ξεκουράστηκε το αυτί μας και το μάτι μας. Ούτε χασκόγελα και χαζομάρες ακούγαμε, ούτε παρδαλοσύνες, ούτε περιττά χρυσάφια βλέπαμε, ούτε στρας και γυαλάδες στα φορέματα να λαμπυρίζουν και να μας στραβώνουν. Άνθρωποι σοβαροί και μετρημένοι. Άρπαξε  τ’ αυτί μου πως ο γαμπρός είχε δική του έδρα στο Πανεπιστήμιο. Το διαφήμιζε με καμάρι η καλή του η πεθερά, την ώρα που μου επιθεωρούσε εμένα τα καντήλια, για να δει αν τα ‘χω όλα αναμμένα. Τα βρήκε εντάξει και ησύχασε. Ησύχασα κι εγώ που επιτέλους ξεδιάλυνα ποιων γραμμάτων...

    Έφτασε η νύφη συνοδευόμενη από τη σεβάσμια, την πατρική φιγούρα. Έτρεξα στο κεφαλόσκαλο για να δω τη στιγμή της παράδοσης στο γαμπρό. Πολύ μου αρέσει αυτό το σημείο και πάντοτε σκοτώνομαι να βρίσκομαι πλάι για να παρακολουθώ, όμως αυτή τη φορά δεν μου το ‘καναν το χατίρι. Συνέχισαν ακάθεκτοι, μπήκαν στο ναό, έφτασαν μπροστά στις αναμμένες λαμπάδες και σταμάτησαν.

    Ταράχτηκα. Τί ήταν πάλι τούτο το περίεργο; Δεν θα την παραδώσει τη νύφη; Έφερα έναν γύρο τη ματιά μου. Έψαξα τον γαμπρό να δω που βρίσκεται και δεν αναλαμβάνει, να τον ξεκουνήσω. Και τον βρήκα. Μπροστά εκεί, αγκαζέ με τη νύφη, στις λαμπάδες. Ποιος να του την παραδώσει αφού την είχε ήδη παραλάβει. Μαζί ήρθανε. Μ’ έπνιξε το σάλιο μου. Αυτός ήταν ο γαμπρός; Αυτός ήταν μεγαλύτερος απ’ τον πατέρα. Αλλά δεν υπήρχε πατέρας, το έμαθα κι αυτό. Χρόνια τον κλαίγανε και τώρα που στέγνωσε το δάκρυ, βγήκαν και αγόρασαν καινούργιο. Ραμολιμέντο. Εβδομήντα ετών με μαλλί ψαρό, με μούσι άσπρο και με το μέτωπο αυλακωμένο από τους πανεπιστημιακούς συλλογισμούς.

    Μέχρι να συνέλθω από το σοκ, το Μυστήριο είχε πάρει τον δρόμο του. Προχωρούσε. Κοντοζύγωνε η στιγμή να τους στέψει ο Πατήρ Ονούφριος. Πήγε να τους σταυρώσει τα κεφάλια και βρήκε το κεφάλι του γαμπρού σε κάμψη. «Τον πήρε ο ύπνος και έγειρε στον ώμο της καλής του». Πλεύρισα να δω. Είχε περίεργες συνθήκες μπροστά, όσο να πεις. Και το λιβάνι δυνατό, και ο φωτισμός χαμηλός, και οι ψαλμωδίες γλυκές, όλα μαζί του ‘φέραν νύστα του ανθρώπου. Βάλε και την ώρα που είχε φτάσει εννέα. Βάλε και τα χαπάκια για την πίεση, το νεφρί και την καρδιά. Βάλε και την ηλικία. Αυτήν κυρίως βάλε, κι άμα θέλεις άσε έξω τα υπόλοιπα. Όλα «καθώς πρέπει», εκτός από τον ίδιο τον γάμο…

    Κατά τη διάρκεια του Μυστηρίου συλλογιζόμουν. Και ώρες μετά. Κοίτα άνδρα που βρήκαν να δώσουν στο κορίτσι!  Άμα τόσο τον λαχτάρησαν για γαμπρό, ας τον δίνανε στη μάνα που είναι χήρα και θα του έβρισκε χρήση. Κρίμα τα νιάτα της κοπέλας. Ούτε να φανταστώ δεν ήθελα τη νυφική τους παστάδα και την πρώτη τους νύχτα. Βάλθηκα ν’ ανοίξω δουλειές, για να αποφύγω ν’ ανοίξω το  στόμα μου. Χρόνια με δασκαλεύει ο Πατήρ Ονούφριος να μην κρίνω τον πλησίον και να μη βγάζω συμπεράσματα βιαστικά και στο πόδι. Δίκιο έχει, αλλά και εκείνος καμιά φορά μη νομίζεις, δεν το καταφέρνει. Άνθρωπος είναι, σκάει.

    Αναστέναζε βαριά όταν με βρήκε να ξεσκονίζω με βρεμένο πανί τα στασίδια και διακριτικά με πλησίασε. Κάτι τον έτρωγε. Ήθελε κουβέντα.

    -Λοιπόν Αγάπιε, να μου το θυμηθείς.
    -Ποιό;
    -Τον γαμπρό θα τον ξαναδούμε σύντομα, αν και βέβαια, δεν θα μπορεί να μας δει αυτός, αλλά τί να κάνουμε…
    -Πάτερ…
    -Έπειτα από λίγο, με το καλό, θα ξαναδούμε και τη νύφη…

    Η κεντρική φωτογραφία του άρθρου είναι της Βασιλικής Τσαμπά

    Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
    (0 ψήφοι)
    Σας άρεσε; Μοιραστείτε το!
    Κωνσταντίνα Τασσοπούλου

    Η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου γνωρίζει από γάμους. Γι αυτό και ανέλαβε αυτή τη στήλη.
    Η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου γνωρίζει από βιβλία.
    Γράφει για παιδιά και μεγάλους. Πάντα με την καρδιά και όχι με το χέρι.
    Οι λέξεις της κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, σε περιοδικά, εφημερίδες αλλά και από τις Εκδόσεις  Καστανιώτη, Οσελότος, Ίτανος, Άπαρσις, Otherwise κ.α.
    Κείμενά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα ισπανικά.
    Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς.
    Είναι μέλος και της δικής μας παρέας.
    www.tassopoulou.gr
    Credits: Photo: Luis Gόmezbeck - Κόμμωση: Mavraganis Ηairmaker