Ακάλεστος στο γάμο τι γυρεύεις;

Ακάλεστος στο γάμο τι γυρεύεις;
  • Ανήμερα Δεκαπενταύγουστου. Τότε είχε πει το ζευγάρι πως επιθυμεί να παντρευτεί και μάλιστα καταμεσήμερο, στις τρεις. Ασυνήθιστο, όμως είχε εξήγηση. Θέλανε το γάμο κρυφό, να μη μαθευτεί. Να σκεφτείς, την ανακοίνωση την είχαν βάλει σε μια μικρή εφημερίδα που ούτε οι δημοσιογράφοι της δεν τη διαβάζουν, για να μην την πάρει κανά μάτι. Και για κουμπάρο ζήτησαν εμένα, ώστε να μην παραβρεθεί κανείς δικός τους. Αυτό που θέλανε ήταν να γλιτώσουν τα όργανα. Τα κυριολεκτικά και τα μεταφορικά. Ασυνήθιστο και αυτό αν αναλογιστείς και την καταγωγή τους. Από τα Σφακιά και από τη Σητεία. Αντίστοιχα. Εκείνος και εκείνη.

    Μετρούσε ο έρωτάς τους τρία έτη και οι γονείς τους είχαν ήδη αρχίσει να μετρούν κατσικάκια για το φούρνο, προβατίνες για τη σούβλα, ξεροτήγανα και καζάνια για να βράσουν τα γαμοπίλαφα των γάμων. Γάμων. Πληθυντικός αριθμός. Είχαν συμφωνήσει να γλεντούν για μέρες, αλλά είχαν διαφωνήσει σε όλα τ’ άλλα. Για τις μέρες, για τα μέρη… Οι από δω θέλαν τους γάμους στα Σφακιά, οι από κει θέλαν τους γάμους στη Σητεία. Είδαν και αποείδαν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και πήραν την απόφαση. Μήτε δω, μήτε και κει, μα ακόμη παραπέρα. Ο γάμος θα γινόταν μακριά. Γάμος στον ενικό. Δικός τους. Μόνο.

    Έκαιγε ο τόπος σαν έφτασαν. Μ’ ένα υφαντό φορεματάκι εκείνη. Μ’ ένα ανάλαφρο λινάρι ο γαμπρός. Άλλης εποχής οι μορφές τους και  τα χέρια τους πλεγμένα ακριβώς σαν τα όνειρά τους, με άνθη ανάμεσα. Μπήκαμε μες στο ναό, κλείσαμε και την πόρτα. Φοβόντουσαν μην μας ακούσει κανείς. Ποιός να μας ακούσει που όλοι είχαν ξεχυθεί στις εξοχές και στα χωριά, ντερλικώνοντας και μπεκροπίνοντας στα γιορτινά τραπέζια; Μονάχα οι τζίτζικες και οι μέρμηγκες μας είδαν. Και κάτι μύγες που μας γαργαλούσανε τ’ αυτιά.

    Αρχίνισε το Μυστήριο. Τα έλεγε ο Πατήρ Ονούφριος πανέμορφα. Tα γλένταγε. Είχε και οίστρο. Τ’ αγαπάει τ’ αληθινά ρομάντζα, τον ξέρω εγώ. Στα πολλά φρου – φρου είναι που δυσανασχετεί. Άλλαξα και τις βέρες και τα στέφανα, να ‘χω να λέω και ‘γω πως έγινα κουμπάρος. Έψαλα κιόλας, ποιός να μου το λεγε που ούτε για κάλαντα δεν είμαι… Χορέψαμε και τον χορό του Ησαΐα. Αγκαλιαστήκαμε ύστερα όλοι μαζί. Ωραίος γάμος!

    Χάριζε την ευχή του Θεού ο Πατήρ Ονούφριος, πρόσφερε και τη δική του την ανθρώπινη, να ζήσουν, να χαίρονται, να πορεύονται μαζί μ’ αγάπη και γαλήνη ως τα βαθειά τους γεράματα, όταν άνοιξε απότομα η πόρτα, κι είπαμε «ως εδώ ήταν». Ποιά γεράματα και ποια γαλήνη! Καμιά δεκαριά μουστακαλήδες με μαύρα φέσια στο κεφάλι και κουμπούρια στις χερούκλες, αρχίσανε τις μπαλωθιές. Κάτω τα καντήλια, κάτω μανουάλια, κάτω ο πολυέλαιος και πουθενά ο Πολυέλεος Θεός να φέρει την ειρήνη. Κι οι καμπάνες να τρελαίνονται…

    Άνοιξε ένας το στόμα του: Βγείτε όξω, ωρέ.

    Κερώσαμε εμείς.

    Άνοιξε και δεύτερος το στόμα του: Βγείτε όξω, ωρέ.

    Βγήκαμε όξω, ωρέ, άσπροι σαν το καραβόπανο και τί να δούμε, ωρέ.

    Ένα προαύλιο γεμάτο κρητίκαρους. Οι οικογένειες των παιδιών, ολόκληρες. Σόγια και μακρινοί συγγενείς έως και εικοστού βαθμού. Η μάχη της Κρήτης. Πώς ταξίδεψαν όλοι αυτοί μαζεμένοι και δεν τους γράπωσε το Λιμενικό, ποιός το ξέρει; Στα πεζούλια είχαν προλάβει να στρώσουν γαμήλιο τραπέζι με κεντίδια και σκαλτσούνια και πίτες σφακιανές. Πώς τα κατάφεραν δίχως να τους πάρουμε χαμπάρι, αυτό θα πρέπει εμείς να το ψάξουμε.

    Κάπου στο κέντρο ένα βαρέλι έσταζε ρακή και είχαν αρχίσει τα ποτήρια να γεμίζουν. Και ν’ αδειάζουν. Η μάνα του γαμπρού πλησίασε τη νύφη και ο πατέρας της νύφης τον γαμπρό. Τον έπιασε απ’ τον ώμο.

    -Καλά μας κάνατε, ωρέ, καλά μας κάνατε.
    -Αλλά σας ξετρυπώσαμε.
    -Κι αφού σας ξετρυπώσαμε δεν γινόταν να μην είμαστε κοντά.
    -Όχι τόσο κοντά που να σκάσετε, αλλά κάπου τριγύρω για να σας ευχόμαστε.
    -Πολλοί μαζί να σας ευχόμαστε.
    -Όλοι μαζί να σας ευχόμαστε, για ν’ ανηφορίσουν γρηγορότερα οι ευχές στον ουρανό.
    -Να ζήσετε, είπανε οι πεθερές ομόφωνα, σε συμφωνία απόλυτη.
    -Να ζήσετε, είπανε και οι τέσσερις Νομοί της Κρήτης, χορωδιακά.

    Τα παιδιά τα ‘χαν χαμένα.

    -Να ζήσετε σαν τα κρητικά βουνά, πετάχτηκε και ένας παππούς σκαρφαλωμένος στο μεγάλο πεύκο.

    Λυράρηδες δώσαν ρυθμό και μιά σειρά κοπέλια με μπότες και βράκες άρχισαν να χορεύουν. Σιγά – σιγά ακολούθησαν και οι καλεσμένοι. Ποιοί καλεσμένοι δηλαδή…

    Βρήκα την ευκαιρία τότε και φόρεσα το πιεσόμετρο στον Πατέρα Ονούφριο που ήταν μέσα στο ναό, σκυμμένος στον γκρεμισμένο πολυέλαιο και τον θρηνούσε. Είχε όντως ανεβάσει πίεση που άργησε πολύ να κατεβάσει, παρά τα χάπια που τον τάϊζα. Συνήλθε εντελώς μετά από μέρες, τη στιγμή που άνοιγε έναν λεπτό φάκελο που είχε μέσα μια παχυλή επιταγή «εμού του ιδίου» από την Τράπεζα Κρήτης, καθώς και μια ιδιόχειρη επιστολή που έγραφε:

    «Πάτερ Ονούφριε δέξου την, μαζί με φχαριστίες,
    να πάρεις πολυέλαιο και νέες αγιογραφίες».

    Η κεντρική φωτογραφία είναι ευγενική παραχώρηση του George Kendristakis Photography

    Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
    (0 ψήφοι)
    Σας άρεσε; Μοιραστείτε το!
    Κωνσταντίνα Τασσοπούλου

    Η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου γνωρίζει από γάμους. Γι αυτό και ανέλαβε αυτή τη στήλη.
    Η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου γνωρίζει από βιβλία.
    Γράφει για παιδιά και μεγάλους. Πάντα με την καρδιά και όχι με το χέρι.
    Οι λέξεις της κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, σε περιοδικά, εφημερίδες αλλά και από τις Εκδόσεις  Καστανιώτη, Οσελότος, Ίτανος, Άπαρσις, Otherwise κ.α.
    Κείμενά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα ισπανικά.
    Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς.
    Είναι μέλος και της δικής μας παρέας.
    www.tassopoulou.gr
    Credits: Photo: Luis Gόmezbeck - Κόμμωση: Mavraganis Ηairmaker