Ιστορίες Γάμου

Ιστορίες Γάμου

Ο νεωκόρος Αγάπιος, εμπιστεύεται στη συγγραφέα Κωνσταντίνα Τασσοπούλου ιστορίες γάμου, αποστάγματα από την πολυετή του εργασία σ’ ένα γραφικό, παραθαλάσσιο εκκλησάκι, με πρωταγωνιστή τον μοναδικό, π. Ονούφριο.

Οι Ιστορίες Γάμου κυκλοφορούν σε βιβλίο, από τις εκδόσεις Εντύποις.

Ήτανε μέρες γιορτινές. Παραμονή Παραμονής Χριστουγέννων. Ξαράχνιαζα τα ταβάνια του ναού, μην πέσει κανά έντομο μες στο πανέρι με τ’ Αντίδωρα και γελά μαζί μας ως και το Οικουμενικό Πατριαρχείο και περίμενα επιτέλους τον πατέρα Ονούφριο να επιστρέψει. Είχε βγει για τα καθιερωμένα του ψώνια.


Ήταν μια φορά μια νύφη που την έδερνε φτώχια μεγάλη και δεν είχε ρύζι ούτε για την κατσαρόλα, όχι για να της το πετούν στον γάμο και να πηγαίνει στα σκουπίδια. Ο δε γαμπρός που είχε βρει, ήτανε σε τρισχειρότερο από το δικό της χάλι και λογάριαζε να παντρευτεί με τρύπιο σώβρακο και με μανταρισμένη κάλτσα. Τον πρόλαβε όμως ο πατήρ Ονούφριος, διότι σωστά το λεν πως σφίγγει ο Θεός, αλλά δεν πνίγει. Σφίγγονταν αυτοί απ’ το ζωνάρι που έσφιγγε και από τη φτώχια την καταραμένη, όμως είχαν και μια ευλογημένη γνωριμία που αποδείχτηκε πλούτος σωστός. Tράπεζα. Γνωρίζανε από παλαιά τον πατέρα Ονούφριο.


Χτυπούσε το τηλέφωνο λες και είχε μέσα του δαιμόνιο και ήταν αξημέρωτο ακόμα, πριν τον όρθρο. Έτρεξα να το σηκώσω με την πυτζάμα ανεβασμένη και το βλέφαρο πεσμένο στο χαλί. Τον πατέρα Ονούφριο ζητούσαν, επειγόντως, κι ευτυχώς που είχαμε φώτιση Kυρίου και πέσαμε να κοιμηθούμε στο δωμάτιο πλάι στο ναό, γιατί αν είχαμε επιστρέψει στα σπίτια μας, άιντε βρες μας επειγόντως…


Κοιτούσα με αγωνία τα μάτια του πατρός Ονουφρίου, που ήταν έτοιμα να στάξουν δάκρυ. Κίτρινο, κροκί. Τα γλίτωσα από κλάμα γοερό, καθώς τα ψάρεψα επιδέξια με τη σπάτουλα και τα έβαλα να σταθούν σε μια πιατέλα με ακτίνα ποδηλάτου. Είχα πράμα να χωρέσω στα πλάγια: ντομάτα, αγγούρι, πιπεριά, ένα λουκάνικο χωριάτικο με πράσσο και ένα κομμάτι φέτα τυρί σαν τσιμεντόλιθος οικοδομής. Τα πήγα στο τραπέζι που καθόταν ο πατήρ Ονούφριος κι έπιασα το καλόπιασμα και τη μαλαγανιά, διότι είχα μαντάτα να του ξεστομίσω.


Έβρεχε σε εκείνον τον γάμο, από το πρωί. Αν ζούσε η γιαγιά μου θα έλεγε πως είναι  γρουσουζιά για το ζευγάρι, αν ζούσε η μάνα μου θα έλεγε πως είναι γούρι και αν ζούσανε και οι δυο θα φαγωνόντουσαν σαν τα κοκόρια για το ποια έχει το δίκιο και εκεί θα την έβλεπες στα σίγουρα τη γρουσουζιά. Ο πατήρ Ονούφριος λέει να μη δεσμεύομαι από δεισιδαιμονίες. Όλες οι καιρικές συνθήκες έχουνε τη χάρη τους και τέλος πάντων, αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά, δεν είναι ο καιρός που καθορίζει έναν γάμο, αλλά ο ίδιος ο γάμος καθορίζεται με τον καιρό.


Μια Κυριακή πρωί μετά τη Λειτουργία, αποθύμησε ο πατήρ Ονούφριος ουζάκι με μεζέ. Ήταν όντως ώρα για δεκατιανό, όμως δεν ήτανε αυτή η αιτία. Στην πραγματικότητα ήθελε να δοκιμάσει τις παστές σαρδέλες που του είχε φέρει ένα παπαδοπαίδι του από τη Μυτιλήνη. Καλλονής. Του τις αράδιασα σε ένα πιάτο, του πήγα και μια φρατζόλα ψωμί στο πεζούλι που λιαζόταν σαν τον γάτο, κι ήμουν έτοιμος να φύγω, όταν τον άκουσα να με ρωτά:


Είναι ορισμένες πεθερές που τον τιμούν τον ρόλο τους. Την έννοια της λέξης την υποστηρίζουν και την ξεπερνούν. Όχι απλώς πενθούν τον έρωτα, μα φροντίζουν να είναι και αυτές που θα τον έχουν σκοτώσει.


Πάνε χρόνια από εκείνον τον γάμο, μα έχω ακόμη ραγισμένο το ρουθούνι μου από τη μυρωδιά του. Εκατοντάδες ανθάκια χιώτικης μανταρινιάς είχαν στολίσει το εκκλησάκι μας. Ίδια ανθάκια βαστούσε και ο γαμπρός για να τα δώσει στη νύφη, ίδια είχε καρφιτσώσει στο πέτο του, ίδια είχε και η νύφη πλεγμένα στα μαλλιά της που όταν τ’ αντίκρυσα νόμισα πως κάποιος τα είχε ρίξει στο Αιγαίο από ένα  κατάστρωμα πλοίου και εκείνα πελαγοδρομούσαν.


Ένα από τα πράγματα που βγάζουν τον πατέρα Ονούφριο από τα ράσα του είναι η αργοπορία. Όχι στα φανάρια ή στη στάση του λεωφορείου εν ημέρα απεργίας. Αυτά υπάγονται στη γενικότερη αργοπορία, ενώ εκείνον η ειδική αργοπορία είναι που τον φουντώνει. Της νύφης. Να περιμένουν οι καλεσμένοι όρθιοι στα σκαλιά της εκκλησίας κι αυτή να κάνει το κομμάτι της. Αυτό, καθώς και το πάτημα του ποδιού του γαμπρού, τον φτάνουνε στα όριά του.


Όλο το πρωινό ο πατήρ Ονούφριος το είχε περάσει μπροστά στον καθρέφτη, καμαρώνοντας τα καινούργια του άμφια. Σαν παιδί έκανε. Τα φόραγε, τα έβγαζε, τα κοίταζε, τα δίπλωνε, τα σήκωνε, τα κατέβαζε, μια το δεξί μανίκι, μια το αριστερό. Φορούσε τα γυαλιά και παρατηρούσε τα σχέδια. Χάιδευε τα κεντήματα. Του είχε έρθει δώρο ουρανοκατέβατο ή μάλλον, εκ θαλάσσης. Από οικογένεια εφοπλιστάδων. Ο μπαμπάς της νύφης είχε φαίνεται μεγάλο καημό να την παντρέψει, διότι την είχε βέβαια καλοπροικισμένη, αλλά μονάχα αυτός. Η φύση ξέχασε να την προικίσει. Και ήταν άσχημη. Πολύ άσχημη. Κακάσχημη ήταν. Δε βλεπόταν.


Δεν με είχε προετοιμάσει ο πατήρ Ονούφριος και μου ήρθε κάπως απότομο, να τρέχω αξημέρωτο με ένα σωρό μπαγκάζια στα χέρια, προκειμένου να παντρέψουμε ένα ζευγάρι που κατοικούσε στην άλλη άκρη του Θεού. Χρειαστήκαμε με το ταξί πάνω από ώρα και τα χρειαστήκαμε, διότι ο ταξιτζής μας έβγαλε μια σούμα λυπηρότερη κι από λυπητερή.


«Τω καιρώ εκείνω, είπεν ο…» Πατήρ Ονούφριος να δρομολογήσει καινούργιες αποφάσεις, ένεκα των περιπετειών της υγείας του και προκειμένου να μην μεταβεί εκτάκτως «εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως». Είπε να ελαττώσει το αλάτι, τη ζάχαρη και τις ταραχές. Είπε και να αυξήσει την ξεκούραση. Και επειδή τα πρώτα τα είπε αλλά δεν τα έπραξε, στο τελευταίο τα έδωσε όλα. Καθιέρωσε απαρέγκλιτη, απαράβατη και απαραβίαστη μεσημεριανή σιέστα - δύο με τέσσερις καθημερινώς - ώστε να σηκώνεται το απόγευμα δυναμωμένος και ορεξάτος. Κάθε απόγευμα, εξόν από εκείνο που στο ξύπνημα τον είδα αλαφιασμένο και με τρεμάμενη γενειάδα.


Σελίδα 1 από 2